δωμάτιο


δωμάτιο
[доматио] ουσ. о. комната.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δωμάτιο" в других словарях:

  • δωμάτιο — το (AM δωμάτιο) [δώμα] καθένας από τους χώρους στους οποίους χωρίζεται το εσωτερικό σπιτιού νεοελλ. ναυτ. μεγάλος θάλαμος πλοίου που χρησιμεύει ως κοιτώνας τών κατώτερων βαθμοφόρων αρχ. μσν. στον πληθ. δώματα ταράτσες σπιτιού αρχ. 1. κατοικία 2.… …   Dictionary of Greek

  • δωμάτιο — το κάμαρα, αίθουσα: Το παλάτι είχε πάνω από εκατό δωμάτια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κορέα, Βόρεια — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 120.540 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.224.195 (2002) Πρωτεύουσα: Πιονγκγιάνγκ (2.741.260 κάτ. το 1993)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου.… …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Νότια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 98.480 τ. χλμ. Πληθυσμός: 48.324.000 (2002) Πρωτεύουσα: Σεούλ (9.853.972 κάτ. το 2000)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με τη… …   Dictionary of Greek

  • αίθουσα — I Δωμάτιο που χρησιμεύει για την υποδοχή των ξένων· δωμάτιο συνεδριάσεων, διαλέξεων, συναυλιών κλπ. Στην αρχαία Ελλάδα α. ήταν η στοά που την έβλεπε ο ήλιος και φωτιζόταν από αυτόν, σε αντίθεση με τα δωμάτια που, την εποχή του Ομήρου, δεν είχαν… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • κελλί — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 110 κάτ.) του νομού Χαλκιδικής. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού, 20 χλμ. ΝΑ του Πολυγύρου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πολυγύρου. * * * και κελί, το (ΑΜ κελλίον και κέλλιον, Μ και κελίον και κελί και… …   Dictionary of Greek

  • Σλοβακία — Η Σλοβακία βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, στα ανατολικά της Τσεχίας. Συνορεύει με την Πολωνία στα Β, με την Ουκρανία στα Α, με την Ουγγαρία στα Ν και με την Αυστρία στα Δ.Μέχρι το 1993 η Σλοβακία αποτελούσε με την Τσεχία το ενιαίο κράτος της… …   Dictionary of Greek

  • κέλλα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 980 μ., 805 κάτ.) του νομού Φλωρίνης. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού, 28 χλμ. Α της πόλης της Φλώρινας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αμυνταίου. * * * η (ΑΜ κέλλα) κλειστός χώρος, δωμάτιο νεοελλ. μσν. δωμάτιο… …   Dictionary of Greek

  • μέγαρο — Τύπος κατοικίας της αρχαιότητας με ορθογώνια ως επί το πλείστον κάτοψη, που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία κ.α. Η λέξη είναι ομηρική, αν και μεγαροειδείς κατοικίες υπάρχουν ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. στη Θεσσαλία (Σέσκλο,… …   Dictionary of Greek